Πληροφορίες: Λιμάνια στην Κύπρο

Είναι το δεύτερο σε μέγεθος λιμάνι της Κύπρου και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό μέρος της Κύπρου.

Μέχρι το 1973 το λιμάνι της Λάρνακας λειτούργησε σαν ανοιχτό αγκυροβόλιο, με υποτυπώδεις λιμενικές διευκολύνσεις που η πόλη πρόσφερε, στην περιοχή που είναι σήμερα η μαρίνα, στο κέντρο δηλαδή της πόλης. Με εξαίρεση τα πετρελαιοειδή, είχε μέχρι τότε το λιμάνι εξυπηρετήσει πολύ λίγη εμπορευματική κίνηση και ο αποθηκευτικός του χώρος ήταν λιγοστός και ακατάλληλος.

Το λιμάνι της Λάρνακας, στη σημερινή του μορφή βρίσκεται σε απόσταση περίπου 2 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης και περιστοιχίζεται από οικιστικές μονάδες. Στη βόρεια πλευρά του, βρίσκονται οι χερσαίες εγκαταστάσεις των πετρελαιοειδών και στην νότια πλευρά του συνορεύει με την «Μαρίνα» Λάρνακας.

Πλεονέκτημα για το λιμάνι, αποτελεί το γεγονός ότι σε απόσταση 6 χιλιομέτρων βρίσκεται ο Διεθνής Αερολιμένας Λάρνακας.

Το νέο λιμάνι της Λάρνακας κατασκευαστικά τελείωσε το Ιούνη του 1973 και αρχικά προοριζόταν να μοιραστεί την ενδοχώρα του λιμανιού της Αμμοχώστου και να συμπληρώσει το λιμάνι της. ΄Aρχισε να λειτουργεί το τέλος του 1973.

Σήμερα είναι ένα πολλαπλής χρήσης λιμάνι που καταλαμβάνει έκταση 445,000 τετραγωνικών μέτρων και εξυπηρετεί όλων των ειδών τα φορτία από χύμα, (ζωοτροφές, σιτηρά, γύψος) συμβατικά (ξυλεία, σίδηρο, λιπάσματα, αυτοκίνητα καθώς και πετρελαιοειδή.

Το θέμα της περαιτέρω ανάπτυξης του λιμανιού Λάρνακας απασχόλησε σοβαρά την Αρχή τα τελευταία χρόνια. Μέσα από μελέτες που έγιναν αποφασίστηκε η μετατροπή του ως το κύριο λιμάνι κρουαζιέρων και επιβατικής κίνησης με κάποιες εμπορικές δραστηριότητες για κάλυψη τοπικών φορτίων και αναγκών. Επειδή παράλληλα προωθείται από πλευράς Κυβέρνησης και η ανάπτυξη της Μαρίνας της Λάρνακας, η Κυβέρνηση αποφάσισε την αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή με την μέθοδο B.D.F.O για ενιαία ανάπτυξη του λιμανιού και της Μαρίνας Λάρνακας λόγω του ότι τα δύο έργα παρουσιάζουν σοβαρές συνέργιες στο χερσαίο χώρο. Ακολούθησε προκήρυξη του ενιαίου έργου με Προσφορές.

Το παλιό λιμάνι της Λεμεσού κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1950 στη διάρκεια της Βρεττανικής διακυβέρνησης. Κατασκευάστηκε ως συμπλήρωμα του λιμανιού της Αμμοχώστου και εξυπηρέτησε την εμπορευματική και επιβατική κίνηση της χώρας για δύο δεκαετίας περίπου. Σύμφωνα με την κατασκευή του, προορίζετο να λειτουργήσει ως λιμάνι για μαούνες (lighter basin). Με εξαίρεση μικρά σκάφη που μπορούσαν να προσδέσουν στα κρηπιδώματα, η εξυπηρέτηση των υπόλοιπων πλοίων γινόταν με μαούνες. Με άλλα λόγια, τα περισσότερα πλοία που έφθαναν στο Παλιό Λιμάνι Λεμεσού παρέμεναν στο αγκυροβόλιο και η διακίνηση φορτίων και επιβατών μεταξύ των πλοίων και της ακτής, γινόταν με μαούνες. Μέχρι την κατασκευή του νέου λιμανιού αυτό χρησιμοποιείτο τόσο ως εμπορικό όσο και ως επιβατικό λιμάνι και αποτελούσε ένα ζωντανό πνεύμονα του κέντρου της Λεμεσού.

Με την κατασκευή του νέου λιμανιού της Λεμεσού το 1973, αλλά και λόγω της εξέλιξης που επήλθε στη ναυτιλιακή βιομηχανία, άρχισε να μειώνεται η χρήση του και από το 1979 έπαψε να παίζει οποιοδήποτε ρόλο στις ναυτικές δραστηριότητες. ΄Εκτοτε και μέχρι να εξευρεθούν άλλες υπαλλακτικές χρήσεις και να μπορεί να εκπληρώνει το σκοπό του, το Παλιό Λιμάνι Λεμεσού περιορίστηκε στην εξυπηρέτηση αλιευτικών σκαφών, σκαφών αναψυχής, σκαφών της λιμενικής αστυνομίας και του πολεμικού ναυτικού.

Η περιοχή του Παλιού Λιμανιού Λεμεσού αποτελεί μέρος του ευρύτερου τμήματος της Λεμεσού, που περιλαμβάνει το πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο του κάστρου, την περιοχή της επίχωσης και το εμπορικό κέντρο της παλιάς πόλης.

Είναι μ΄ αυτή την προοπτική που εντάχθηκε και προωθήθηκε η ανάπτυξη του Παλιού Λιμανιού Λεμεσού και με αυτό το σκεπτικό η Αρχή προχώρησε με την ανάπλαση του χερσαίου χώρου του με στόχο η ανάπτυξή του να συμβάλει στην οργανική σύνδεση της πόλης με τη θάλασσα, την ανάπτυξη λειτουργιών που να συνδέονται αρμονικά και οργανικά με το αστικό κέντρο. Για να αποτελέσει έτσι ο χώρος αυτός πόλο έλξης ντόπιων και ξένων για αναψυχή και ψυχαγωγία αλλά ταυτόχρονα να συνεισφέρει οικονομικά στα έσοδα της Αρχής.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια διεξήχθη παγκύπριος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός. Τα σχέδια της μελέτης που απέσπασε το πρώτο βραβείο, με κάποιες τροποποιήσεις που έγιναν για ικανοποίηση των τοπικών παραγόντων και του Τμήματος Πολεοδομίας, κατατέθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες για την έκδοση σχετικών αδειών.

Η ανάπλαση περιλαμβάνει την κατασκευή γραφείων, εστιατορίων, καταστημάτων, μεγάλης πλατείας, πεζόδρομων και χώρου πολιτιστικών εκδηλώσεων. Οι κατασκευαστικές εργασίες του έργου, ολοκληρώθηκαν στις 15.3.2014.

Όσον αφορά τον θαλάσσιο χώρο του λιμανιού, η λεκάνη αποτελείται από κρηπιδώματα μήκους 450 μ. με βάθος από 2.50 – 4.50 μ. Επίσης, η Αρχή ανακατασκεύασε το μεγαλύτερο μέρος των κρηπιδωμάτων έναντι δαπάνης ενός εκ. λιρών (₤1.000.000).

Η στρατηγική του θέση του λιμανιού Λεμεσού, η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., η ελευθεροποίηση των υπηρεσιών στα λιμάνια, η αναμενόμενη κατάργηση του Τουρκικού εμπάργκο όπως και η λύση του Κυπριακού, είναι λόγοι που προσδίδουν πολύ αισιόδοξες προοπτικές στη μελλοντική πορεία του, όπως και στην αύξηση διακίνησης φορτίων και επιβατών μέσω του λιμανιού Λεμεσού.

To λιμάνι Λεμεσού, λιμάνι πολλαπλής χρήσης, είναι το κύριο λιμάνι της Κύπρου. Ξεκίνησε να λειτουργεί το 74, αμέσως μετά το πραξικόπημα και την Τούρκικη εισβολή. Στην ουσία ξεκίνησε να εργάζεται ως το βασικό λιμάνι της χώρας, μόνο μετά που καταλήφθηκε από τους Τούρκους το λιμάνι της Αμμοχώστου που χειριζόταν τότε το 83% του συνόλου των φορτίων της χώρας μας.

Προσφέρει υπηρεσίες για εξυπηρέτηση πλοίων, φορτοεκφόρτωση φορτίων και διακίνηση επιβατών. Ο λιμενικός θαλάσσιος χώρος του καλύπτει έκταση ενός τετρ. χιλ. ο δε χερσαίος χώρος καλύπτει έκταση 1,3 τετρ. χιλιόμετρα.

Την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του Λιμανιού έχει ο Διευθυντής του Λιμανιού Λεμεσού βοηθούμενος από τον Ανώτερο Πλοηγό.

Η κατασκευή του λιμανιού Λεμεσού άρχισε το 1971 σαν αντικατάσταση του παλιού λιμανιού και έκτοτε συνεχίζεται η επέκταση και αναβάθμιση των εγκαταστάσεών του, σύμφωνα με το εκάστοτε στρατηγικό ρυθμιστικό σχέδιο. Αναφερόμενοι στην ιστορική εξέλιξη του λιμανιού, τούτο αναπτύχθηκε σταδιακά στις πιο κάτω φάσεις:

Η δημιουργία του λιμανιού (1971 – 10/1973) άρχισε με την κατασκευή της λεκάνης με κύκλο στροφής 500μ (βύθισμα 12μ) και την κατασκευή δύο προβλητών συνολικού μήκους 880μ (βόρεια 430μ και δυτική 450μ), με μέγιστο βύθισμα 11μ. Κατασκευάστηκε επίσης μια στεγασμένη αποθήκη (η αποθήκη αρ. 2) με εμβαδόν 6080μ² και έγινε η εγκατάσταση στη δυτική προβλήτα, του γερανού επί σιδηροτροχιών (Luffing Crane) με ανυψωτική δύναμη 35 τόνων.

Στην επόμενη φάση της επέκτασής του (1980 – 1982) κατασκευάστηκε η ανατολική προβλήτα μήκους 480μ με μέγιστο βύθισμα 11μ. Το 1984 εγκαταστάθηκαν στο ανατολικό κρηπίδωμα δύο γερανογέφυρες Panamax “Reggiane” για την εξυπηρέτηση πλοίων εμπορευματοκιβωτίων.

Στη συνέχεια, για τις ανάγκες εξυπηρέτησης του διαμετακομιστικού εμπορίου (1994 – 1995) επεκτάθηκε το δυτικό κρηπίδωμα προς νότο κατά 320μ., έγινε ράμπα πλάτους 50μ. για εξυπηρέτηση πλοίων Ro-Ro και κατασκευάστηκε νέα νότια προβλήτα μήκους 300μ. και έγινε εκβάθυνση των πιο πάνω με μέγιστο βύθισμα 14μ. Αυτή η φάση ήταν η πρώτη από τις τρεις φάσεις του νέου ρυθμιστικού σχεδίου.

Σ΄αυτή τη φάση μεγάλωσε ο κύκλος στροφής σε 600μ. και βύθισμα 15μ, ενώ ο νότιος κυματοθραύστης επεκτάθηκε ανατολικά κατά 600μ. Επίσης δημιουργήθηκε η δυτική λεκάνη με βύθισμα 14μ. και παραμένει έτοιμη για την υλοποίηση της δεύτερης και τρίτης φάσης του ρυθμιστικού σχεδίου.

Κατασκευάστηκαν πέντε (5) ναύδετα πρόσδεσης πλοίων (dolphins) με μέγιστο βύθισμα πλοίου 10,5μ., για εξυπηρέτηση σκαφών που χρειάζεται να προσδέσουν, λόγω επισκευών, παροπλισμού ή κατάσχεσης.

Εξωτερικά του νότιου λιμενοβραχίονα, κατά την διάρκεια της δημιουργίας της δυτικής λεκάνης έγινε επιχωμάτωση όπου τελευταία σχεδιάζεται η δημιουργία ιχθυόσκαλας.

Στο λιμάνι Λεμεσού τα κρηπιδώματα είναι συνολικού μήκους 2,070 μέτρα:

Βόρειο κρηπίδωμα 430μ. με μέγιστο βύθισμα 11μ.
Δυτικά κρηπιδώματα 450 + 320 με μέγιστο βύθισμα 11μ-13μ + 16μ και ράμπα 50μ. με μέγιστο βύθισμα 16μ.
Ανατολικό κρηπίδωμα 480μ. με μέγιστο βύθισμα 11μ.
Νότιο κρηπίδωμα 300μ. με μέγιστο βύθισμα 16μ.

Υπάρχει κρηπίδωμα νότια του ανατολικού κρηπιδώματος μήκους 40μέτρων και βυθίσματος 11μ.

Σε υλοποίηση βρίσκεται η επέκταση του υφιστάμενου νότιου κρηπιδώματος στην δυτική λεκάνη (νηοδόχο) του λιμανιού της Λεμεσού κατά 500 μέτρα.

Στο χερσαίο χώρο του λιμανιού η Αρχή διαθέτει στεγασμένους και ανοιχτούς χώρους, για αποθήκευση εμπορευμάτων:

1. 1. Στεγασμένοι αποθηκευτικοί χώροι που καλύπτουν 5 αποθήκες συνολικού εμβαδού 39,760μ²
Αποθήκη αρ. 1, 7,200μ²
Αποθήκη αρ. 2, 6,080μ²
Αποθήκη αρ. 3, 10,000μ²
Αποθήκη αρ. 4, 10,080μ²
Αποθήκη αρ. 5, 6,400μ²

Μέρος της αποθήκης αρ. 2 παραχωρήθηκε στις Βρετανικές Βάσεις για διακίνηση των φορτίων τους ενώ το υπόλοιπο μέρος της παραχωρήθηκε στο Τμήμα Τελωνείων για την εκποίηση φορτίων που παραμένουν στο λιμενικό χώρο πέραν του νενομισμένου χρόνου (Δημόσια Aποθήκη Αποταμίευσης / Republic Bonded Warehouse).

2. Ανοιχτοί αποθηκευτικοί χώροι, για συμβατικό φορτίο εμβαδού 127,000μ²

3. Χώροι στοιβασίας εμπορευματοκιβωτίων εμβαδού 320,000μ²

4. Υπάρχουν επίσης 148 σημεία παροχής ρεύματος για εμπορευματοκιβώτια ψυγεία.

΄Οσον αφορά τις Κτιριακές Εγκαταστάσεις μέσα στη περιφραγμένη λιμενική περιοχή, αυτές περιλαμβάνουν:• Κτίριο Τμήματος Γεωργίας (Φυτοϋγειονομικός έλεγχος)

• Κτίριο Κτηνιατρικών Υπηρεσιών
• Γραφείο Τμήματος Τελωνείου
• Το Εργαστήριο για επιδιορθώσεις του μηχανικού εξοπλισμού της Αρχής και η Αποθήκη Ανταλλακτικών.
• Γραφεία για το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας.
• Εργαστήριο / Γκαράζ για την μηχανικό εξοπλισμό του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού

Επιπλέον, κατόπιν σχετικού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού η Αρχή προωθεί την ανέγερση νέου σύγχρονου κτιρίου επιβατών, η οποία αναμένεται αφενός να αυξήσει την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους επιβάτες και αφετέρου να δημιουργήσει ένα έργο-σημείο αναφοράς για την Αρχή Λιμένων Κύπρου, την πόλη της Λεμεσού και της Κύπρου γενικότερα. Το έργο αυτό εντάσσεται και στην προσπάθεια που καταβάλλει η Αρχή για γεωγραφικό διαχωρισμό του λιμανιού σε εμπορικό (δυτικά) και επιβατικό (ανατολικά) λιμάνι. Θα πληροί όλες τις πρόνοιες για την ασφάλεια και το Κεκτημένο Σιένγκεν. Οι κατασκευαστικές εργασίες του εν λόγω έργου αναμένεται να ολοκληρωθούν το 2015.

Εκτός του περιφραγμένου χώρου του λιμανιού ευρίσκονται, το Κτίριο Διοίκησης της Αρχής, τα Γραφεία του Τμήματος Τελωνείων καθώς και η αποθήκη σιτηρών (ΣΙΛΟ), η οποία έχει δυνατότητα αποθήκευσης 75,000 τόνων φορτίου.

Πρόκειται για ένα από τα αρχαία λιμάνια της Κύπρου, με τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο να εφάπτεται, να «εισχωρεί» κατ΄ ακρίβεια, στο ίδιο το λιμάνι. Στον αρχαιολογικό αυτό χώρο και σε μικρή σχετικά απόσταση βρίσκεται και ο Φάρος της Πάφου.

Σε μια περιδιάβαση στο λιμανάκι κατά μήκος του κυματοθραύστη μετά το ιστορικό Κάστρο, μπορεί εύκολα ο επισκέπτης να «ψηλαφίσει» τα απομεινάρια του αρχαίου κυματοθραύστη.

Ο χώρος του λιμανιού είναι ο ίδιος χώρος, όπου ο βασιλιάς Νικοκλής έκτισε τα πρώτα λιμενικά έργα λίγο μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και το λιμάνι ο χώρος από όπου ο Απόστολο Παύλος απέπλευσε συνεχίζοντας την περιοδεία του για εξάπλωση του χριστιανισμού.

Το αρχαίο λιμενικό συγκρότημα, όπως και το αντίστοιχο σύγχρονό του, βρισκόταν στην υπήνεμη πλευρά του ακρωτηρίου της Πάφου, μια προέκταση δηλαδή της ξηράς η οποία δημιουργούσε ένα μεγάλο φυσικό αγκυροβόλιο. Ο βασιλιάς της Πάφου Νικοκλής, βελτίωσε το φυσικό αγκυροβόλιο της πόλης, κτίζοντας δύο κυματοθραύστες από την παραλία για να δημιουργήσει μια εσωτερική λεκάνη μέσα στον ήδη προστατευόμενο κόλπο του λιμανιού.

Το σημαντικό ρόλο που το λιμάνι της Πάφου διαδραματίζει τοποθετείται από τους ερευνητές στην εποχή των Πτολεμαίων. Μετά το 312 π.Χ. φαίνεται ότι ο Πτολεμαίος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νέα πόλη της Δυτικής Κύπρου και κατασκεύασε το λιμάνι της. Συνέχισε τα βελτιωτικά έργα που είχε αρχίσει ο Νικοκλής και προχώρησε στην κατασκευή του τεχνητού λιμανιού, κτίζοντας οχυρώσεις πάνω στους κυματοθραύστες δημιουργώντας έτσι ένα κλειστό λιμάνι. Οι κυματοθραύστες ενισχύθηκαν, ένας στην δυτική μεριά του λιμανιού και ένας άλλος στην ανατολική, με την είσοδο προς τα νοτιοανατολικά.

Λίγα είναι γνωστά για τους μετέπειτα χρόνους, αλλά φαίνεται ότι το λιμάνι της Πάφου παρακμάζει κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Κατά τη διάρκεια όμως της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., τα πράγματα παρουσιάζουν σημαντικές αλλαγές. Η πρωτεύουσα του νησιού μεταφέρεται από τη Σαλαμίνα στη Πάφο. Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Κύπρου βρίσκει το λιμάνι της Πάφου εν μέρει φραγμένο. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο το λιμάνι της Πάφου βελτιώθηκε και διορθώθηκε, μάλιστα ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πάφο και το λιμάνι της, χαρακτηρίζοντάς το «σημαντικό λιμάνι κατά μήκος των θαλασσίων οδών από τη Ρώμη στη συριακή ακτή και την Αίγυπτο αλλά και ως πρωτεύουσα του νησιού».

Οι πηγές, κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου, μιλούν για τριπλό λιμάνι (Σταδιασμός) που είναι ασφαλές με όλους τους ανέμους. Φαίνεται ότι η εσωτερική λεκάνη του λιμανιού ήταν χωρισμένη σε τρία αγκυροβόλια. ΄Ενα αγκυροβόλιο για τα πλοία που εξυπηρετούσαν το εξωτερικό εμπόριο, ένα άλλο για μικρότερα σκάφη που εξυπηρετούν το τοπικό εμπόριο και ένας Ναύσταθμος για άλλες ανάγκες που κατά τον πολωνό καθηγητή Daszewski που είναι άριστος γνώστης του θέματος (διευθυντής για πολλά χρόνια των ανασκαφών στην Πάφο), πιστεύει ότι το τρίτο αγκυροβόλιο φιλοξενούσε τα πολεμικά πλοία που επισκέπτονταν το λιμάνι της Πάφου.

Σήμερα, τα ίχνη από τις διάφορες κατασκευές του αρχαίου λιμανιού διατηρούνται κάτω από τη θάλασσα και το γεγονός ότι το σημερινό λιμάνι της Πάφου βρίσκεται ακριβώς στην ίδια τοποθεσία δυσχεραίνει την αρχαιολογική έρευνα.

Συναισθανόμενη το βάρος της ευθύνης έναντι στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, προσπάθησε η Αρχή με τα αναπτυξιακά της έργα να προσθέσει στο λιμανάκι της Πάφου, τα στοιχεία που αντανακλούν το σημερινό επίπεδο τεχνολογίας χωρίς όμως να αλλοιώσει την ιστορία του.

Διατηρήθηκαν στο χερσαίο χώρο, τα στοιχεία της παλιάς αρχιτεκτονικής και δημιουργήθηκε ένα έργο που σέβεται την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του λιμανιού αλλά και προσθέτει στη δυναμική καθ΄ όλα ανάπτυξη της ίδιας της πόλης και της επαρχίας.

΄Οσο αφορά το υδάτινο χώρο, το 1989 άρχισε η υλοποίηση ενός προγράμματος γενικής ανάπτυξης του λιμανιού της Πάφου, που περιλάμβανε την κατασκευή νέου κρηπιδώματος 100 μ., την ενδυνάμωση και ανακατασκευή του κυματοθραύστη και την αναμόρφωση ολόκληρου του μετώπου στη βορειοδυτική πλευρά του λιμανιού.

Η κατασκευή του κρηπιδώματος ικανοποίησε σε κάποιο βαθμό τις αυξανόμενες ανάγκες τόσο των μικρών αλιευτικών σκαφών όσο και των ιδιωτικών σκαφών αναψυχής ως επίσης και των σκαφών κρουαζιέρας τα οποία άρχισαν τη δεκαετία του 90 δειλά-δειλά να δραστηριοποιούνται στην περιοχή.

Ο κυματοθραύστης, εκτός από την προστασία που προσφέρει στο λιμενικό χώρο ήταν μια αναγκαιότητα για την προστασία του αρχαίου κάστρου. Παράλληλα κατέστη έτσι δυνατόν να κατεδαφιστεί ο υφιστάμενος τοίχος ώστε να δημιουργηθεί η ευκαιρία στους επισκέπτες να αγναντεύουν το ανοιχτό πέλαγος πίσω από το κάστρο και να επανέλθει σε κάποιο βαθμό η αρχική μορφή της περιοχής.

Μεταξύ των ετών 1992-1995 έγινε η ανάπλαση του χερσαίου χώρου του λιμανιού που περιλάμβανε την δημιουργία υπαίθριων πλακόστρωτων χώρων σ΄ όλο το μήκος του χερσαίου χώρου μέχρι το νοτιοανατολικό άκρο του λιμανιού συμπεριλαμβανομένης και της πλατείας του Κάστρου. Διαμορφώθηκε επίσης ενδιαφέρων ειδικός αμφιθεατρικός χώρος βόρεια του Κάστρου απ όπου κάποιος απολαμβάνει εξαιρετική θέα και στις 4 πλευρές του ορίζοντα, του Κάστρου και του λιμανιού. ΄Εγινε επίσης αναμόρφωση των υφιστάμενων αποθηκών και δημιουργήθηκαν εστιατόριο, καφετέρια, καταστήματα και μία μεγάλη αίθουσα για πολιτιστικές εκδηλώσεις.

΄Εχουν δημιουργηθεί ακόμα δύο νέες πλατείες μεταξύ του συνεχόμενου μετώπου κτιρίων ούτως ώστε να υπάρχει σύνδεση του αρχαιολογικού χώρου με το λιμανάκι.

Η Αρχή στην ανάπλαση του χερσαίου χώρου κατάφερε να διατηρήσει την υφιστάμενη αρχιτεκτονική μορφή και τα παλιά στοιχεία των κτιρίων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν προέβη στην αξιοποίηση των κτιρίων με βάση οικονομικά και μόνο κριτήρια, όπως ίσως θα αναμένετο, αλλά έχει ξοδέψει αξιοσέβαστο ποσό για εξωραϊσμό και διαμόρφωση χώρων και εγκαταστάσεων πέραν αυτών που η ίδια εκμεταλλεύεται. Γι αυτό, μεταξύ άλλων, κατασκεύασε και τοποθέτησε ομοιόμορφα ξύλινα σκιάδια μπροστά από τα ιδιωτικά καταστήματα έτσι ώστε να υπάρχει ενιαία ομοιόμορφη κατασκευή και να αποφευχθούν οι ασχήμιες που υπήρχαν όπου κάθε ιδιώτης επιχειρηματίας είχε τα δικά του ποικιλόμορφα σκιάδια.

Η υφιστάμενη πλατεία του Κάστρου επεκτάθηκε σε μεγάλο βαθμό προς την νοτιοανατολική πλευρά και δόθηκε η ευκαιρία πρόσβασης στους πεζούς από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του λιμανιού.

Ανακατασκευάστηκε επίσης στην προηγούμενη μορφή της (ξύλο και μέταλλο), η παλιά αποβάθρα η οποία ύστερα από βομβαρδισμούς κατά την διάρκεια της τούρκικης εισβολής το 1974 είχε καταστραφεί. Πρόσφατα δε, εγκαταστάθηκε πλωτή αποβάθρα η οποία μαζί με την ξύλινη αποβάθρα αύξησαν σε σημαντικό βαθμό την ικανότητα πρόσδεσης του λιμανιού.

Στη νότια πλευρά του λιμανιού ελλιμενίζονται η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και τα επαγγελματικά σκάφη αλιείας. Τα σκάφη για μικρές κρουαζιέρες βρίσκονται στην δυτική πλευρά του λιμανιού.

Στο χώρο του λιμανιού στεγάζεται το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνων και η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία,

Τα βάθη του λιμανιού κυμαίνονται από 2 μέχρι 4 μέτρα.

Το λιμανάκι στο Λατσί βρίσκεται στην είσοδο του Ακάμα, μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές της χώρας όσον αφορά την χλωρίδα και πανίδα, ένα σχετικά παρθένο τοπίο που ευτυχώς δεν έχει ισοπεδώσει ο «πολιτισμός». Πρόκειται για λιμανάκι το οποίο στην αρχική του μορφή χρησιμοποιείτο από ψαρόβαρκες.

Λόγω της τάσης για ναυτικό τουρισμό που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια στη Μεσόγειο με συνεπακόλουθο την αυξανόμενη ζήτηση χώρου για πρόσδεση σκαφών αναψυχής, η Αρχή προέβη πρόσφατα στην επέκταση του λιμανιού με την κατασκευή νέας εξωτερικής λεκάνης.

Η νέα αυτή λεκάνη εξυπηρετεί αποκλειστικά σκάφη αναψυχής και διαθέτει όλες τις υπηρεσίες που συνήθως παρέχονται σε μια μαρίνα και σκοπός είναι η εξυπηρέτηση των σκαφών που πλέουν στην περιοχή εν όψει μάλιστα της έλλειψης μαρίνας στην περιοχή της Πάφου ενώ η παλιά λεκάνη του λιμανιού αφέθηκε να εξυπηρετεί τα αλιευτικά σκάφη.

Υστερα δε από συμφωνία με την Κυβέρνηση την διαχείριση της παλιάς λεκάνης που θα εξυπηρετεί αποκλειστικά ψαράδικα σκάφη, αναλαμβάνει το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών.

Στο λιμάνι του Λατσιού εγκαταστάθηκαν πρόσφατα δυο πλωτές προβλήτες μήκους 70 μ. η καθεμιά. Επιπλέον άρχισε η κατασκευή νέου κρηπιδώματος για μικρά σκάφη μήκους 100 μ. Με τα έργα αυτά αναμένεται να καλυφθεί μεγάλο μέρος της αυξανόμενης ζήτησης για χώρους πρόσδεσης σκαφών αναψυχής που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια.

΄Οσο αφορά τον χερσαίο χώρο, μέρος αυτού έχει ήδη αξιοποιηθεί με την κατασκευή υπαίθριων χώρων εστίασης και πεζόδρομων διακίνησης του κοινού και ο υπόλοιπος χερσαίος χώρος που βρίσκεται προς την μεριά της νέας λεκάνης αναμένεται να διαμορφωθεί και να πεζοδρομοποιηθεί σύντομα.

Η ολοκλήρωση των εργασιών θα δημιουργήσει γενικά ένα περιβάλλον στολίδι της περιοχής και σημείο αναφοράς για τον εσωτερικό και εξωτερικό τουρισμό. Θα προσφέρεται τόσο για ξεκούραση όσο και για περίπατο και αγνάντεμα της θάλασσας…

Στο χώρο του λιμανιού του Λατσιού στεγάζεται η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία.

Το βάθος κυμαίνεται από 2 μέχρι 4 μέτρα.

Βρίσκεται στο νότιο μέρος του Κύπρου μεταξύ Λεμεσού και Λάρνακας και είναι το κατεξοχήν βιομηχανικό τερματικό το οποίο ασχολείται με χύμα φορτία καθώς και τα οχληρά.

Η κυριότητα του, ανήκει στην Αρχή Λιμένων η οποία με ειδική συμφωνία εκμίσθωσε το λιμάνι στην Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού. Η συμφωνία μίσθωσης καλύπτει διάρκεια 50 χρόνων, από 1.1.1984 – 31.12.2033 και αφορά όλα τα είδη (εισαγωγές-εξαγωγές) για τις ανάγκες της Τσιμεντοποιϊας καθώς και ιδιωτικά φορτία άλλων εταιρειών αδειούχων από την Αρχή Λιμένων.

Τα είδη φορτίων που διακινούνται από αυτό, είναι ζωοτροφές, σιτηρά, κάρβουνο, περλίτης, τσιμέντο, χώμα, σκύρα, παλιοσίδηρα (scrab iron). Το κύριο εξαγωγικό είδος φορτίου είναι το τσιμέντο.

Προστατεύεται από δυο λιμενοβραχίονες το Νότιο και Ανατολικό. Υπάρχουν δυο κρηπιδώματα το βόρειο μήκους 360 μέτρα και το δυτικό μήκους 125 μέτρων. Έχει κύκλο στροφής διαμέτρου 280 μέτρων και βάθος νερού 9 μέτρα. Μέγιστο μήκος πλοίου που μπορεί να ελλιμενιστεί είναι 180 μέτρα και βύθισμα 8,6 μέτρα.

Εξυπηρετείται από ένα ρυμουλκό (ιδιωτικό 1300 ΒΗΡ) και ο πλοηγός του λιμανιού ακροάται στο κανάλι 8 VHF.

Ο γενικός στόχος είναι να ενισχυθεί η απόδοση του, ενώ εξετάζονται ταυτόχρονα οι νέες προοπτικές που προέκυψαν από τα επίπεδα υδρογονανθράκων που βρέθηκαν στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, σημειώνεται πως, η ενίσχυση των δραστηριοτήτων του, έχει ήδη προωθηθεί μέσα από τη λειτουργία, το 2014, του ιδιωτικού τερματικού που έχει κατασκευαστεί από ιδιωτική εταιρεία.